Τα τελευταία χρόνια το Βερολίνο λειτουργεί ως ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς για τη στεγαστική κρίση που πλήττει πλέον όλη την Ευρώπη. Η κρίση έχει βγάλει διαμαρτυρόμενους πολίτες στους δρόμους και έχει φέρει κυβερνήσεις σε εξαιρετικά δύσκολη θέση.
Σχεδόν ένας στους δέκα Ευρωπαίους δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση. Από θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα, η κατοικία μετατρέπεται σταδιακά σε μέσο πλουτισμού για τον χρηματοπιστωτικό κλάδο.
Μεγάλο κομμάτι της αγοράς κατοικίας στην Ευρώπη βρίσκεται πλέον στα χέρια εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητα και κερδοσκοπικών κεφαλαίων, που αποκομίζουν τεράστια κέρδη.
Το αποτύπωμα είναι ανάλογο και στη γερμανική πρωτεύουσα. Όπως και αλλού, η πόλη-κρατίδιο αντιμετωπίζει οξεία έλλειψη οικονομικά προσιτής στέγασης.
Στα διαμερίσματα που προσφέρονται μέσω διαδικτύου, το μέσο μίσθωμα ανά τετραγωνικό μέτρο υπερδιπλασιάστηκε στο διάστημα 2015-2024.
Μέσα σε κλίμα καλπάζουσας ακρίβειας οι τιμές συνεχίζουν να ανεβαίνουν, ενώ η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μειώνεται.
Το 2020 το Βερολίνο είχε επιβάλει ανώτατο όριο στα ενοίκια. Το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο το ακύρωσε, κρίνοντας ότι το κρατίδιο δεν διέθετε δικαίωμα να θεσπίσει αυτοτελώς τέτοιον νόμο.
Η ζήτηση, στο μεταξύ, μεγαλώνει σταθερά πιο γρήγορα από την προσφορά. Νέες κατασκευές καθυστερούν εξαιτίας των υψηλών επιτοκίων, των ακριβών τιμών γης, των αυστηρών προτύπων δόμησης, της περιορισμένης δυναμικότητας των κατασκευαστικών εταιρειών και της γραφειοκρατίας.
Τα νεόκτιστα κοστίζουν ακριβά, είτε ενοικιάζονται είτε πωλούνται. Στα παλαιότερα ακίνητα, πολλοί ιδιοκτήτες παρακάμπτουν τους κανόνες που βάζουν φρένο στις αυξήσεις ενοικίων και χρεώνουν ποσά πάνω από τα επιτρεπόμενα όρια.
Η συσσωρευμένη λαϊκή δυσαρέσκεια, ιδίως στις τάξεις των νεότερων γενιών, ξεσπά πλέον αλυσιδωτά στους δρόμους ευρωπαϊκών πόλεων. Στο Βερολίνο αποτυπώθηκε και στην κάλπη.
Στις κρατιδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου η Αριστερά αναδείχθηκε πρώτη δύναμη. Πρόκειται για ιστορική πρωτιά στη γερμανική πρωτεύουσα μετά την επανένωση, την οποία το κόμμα πέτυχε με τη ριζοσπαστική ιδέα της αποεμπορευματοποίησης της στέγασης. Δηλώνει αποφασισμένο να την εφαρμόσει.
Το σχέδιο του υπό συζήτηση συνασπισμού
Τέσσερις εβδομάδες μετά τις κρατιδιακές εκλογές, η Αριστερά προσανατολίζεται σε κυβερνητικό συνασπισμό με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Οι προκαταρκτικές συνομιλίες ολοκληρώθηκαν και τα τρία κόμματα οριοθέτησαν ήδη πλαίσιο διαβουλεύσεων.
Ο τίτλος του είναι «Περισσότεροι Μαζί, Περισσότερο Βερολίνο». Περιλαμβάνει σειρά φιλόδοξων σχεδίων, με επίκεντρο την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Μεταξύ άλλων, προβλέπει 100.000 νέα οικονομικά προσιτά διαμερίσματα έως το 2031 και μέγιστη αύξηση ενοικίου 2% ετησίως για τα περίπου 440.000 υφιστάμενα κοινωνικά διαμερίσματα. Πρωτίστως, όμως, προωθεί την κρατικοποίηση 160.000 ακινήτων που ανήκουν σήμερα σε πέντε μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες επενδύσεων του κλάδου.
Σε καθεμία από αυτές θα επιτραπεί να διατηρήσει βασικό χαρτοφυλάκιο 10.000 διαμερισμάτων. Το μέτρο θα καλύπτει τα υπόλοιπα διαμερίσματα που κατέχουν.
Εκτός σχεδίου μένουν οι συνεταιρισμοί και οι φορείς κοινής ωφέλειας, όπως και οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν ή θα κατασκευαστούν μετά την 1η Ιανουαρίου 2021. Κατά τον Στέφεν Κραχ, επικεφαλής των Σοσιαλδημοκρατών στο Βερολίνο, πρόκειται για σαφές μήνυμα ότι όσοι επιθυμούν να επενδύσουν σε νέες κατασκευές είναι ευπρόσδεκτοι.
Η νομική βάση βρίσκεται στο άρθρο 15 του γερμανικού Συντάγματος. Ορίζει ότι «η γη, οι φυσικοί πόροι και τα μέσα παραγωγής μπορούν, για σκοπούς κοινωνικοποίησης [κρατικοποίησης], να μεταβιβαστούν σε δημόσια ιδιοκτησία ή σε άλλες μορφές δημόσιας επιχείρησης με νόμο που ρυθμίζει το είδος και την έκταση της αποζημίωσης».
Στη μεταπολεμική Γερμανία δεν έχει εφαρμοστεί ποτέ. Ζητούμενο είναι η κρατιδιακή κυβέρνηση να ανεβάσει την επιρροή της στο 30% της αγοράς ενοικιαζόμενων κατοικιών, σε πόλη σχεδόν 4 εκατομμυρίων κατοίκων.
«Ο στόχος είναι να αποτραπεί η περαιτέρω αύξηση των ενοικίων», δήλωσε η 45χρονη Ελίφ Εράλπ, που αναμένεται να γίνει η πρώτη κυβερνήτης-δήμαρχος στο Βερολίνο από το κόμμα της Αριστεράς. Η προσδοκία είναι ότι τα χαμηλότερα ενοίκια στις κοινωνικές κατοικίες θα συγκρατήσουν προς τα κάτω το σύνολο της αγοράς ακινήτων.
Πολλοί διαφωνούν.
Οι προκλήσεις γύρω από ένα φιλόδοξο εγχείρημα
Πράσινοι και Σοσιαλδημοκράτες, μέσω των κομματικών τους οργάνων στο Βερολίνο, έχουν ήδη δώσει το πράσινο φως για την επίσημη έναρξη διαπραγματεύσεων με την Αριστερά ενόψει κυβέρνησης συνασπισμού. Η εκκίνηση αναμένεται τον Νοέμβριο, εφόσον ανάλογη απόφαση λάβει και η Αριστερά στο κομματικό συνέδριο της 31ης Οκτωβρίου.
Οι προκλήσεις, όμως, πυκνώνουν. Ειδικοί αμφισβητούν ήδη το ανώτατο όριο των 16 δισεκατομμυρίων ευρώ, που ορίστηκε ως συνολικό ποσό αποζημίωσης προς τις εταιρείες ακινήτων για τις κρατικοποιήσεις.
Η διαδικασία σχεδιάζεται να περάσει από δημόσια εταιρεία, η οποία θα αγοράσει το απόθεμα κατοικιών με δάνεια και θα προχωρήσει σε αναχρηματοδότηση μέσω των ενοικίων. Στην προκαταρκτική συμφωνία των τριών κομμάτων, ένα κείμενο 30 σελίδων, υπογραμμίζεται ότι η δημοσιονομική βιωσιμότητα «θα πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και σε περίπτωση επιδείνωσης των συνθηκών χρηματοδότησης με την πάροδο του χρόνου».
Για την Εράλπ, τα 16 δισ. ευρώ είναι «πολύ ρεαλιστικό ποσό». Η αγοραία αξία, πάντως, είναι πιθανό να αποδειχθεί υψηλότερη.
Η γερμανική εταιρεία Vonovia, με σχεδόν 138.000 διαμερίσματα στο Βερολίνο, αναμένεται να επηρεαστεί περισσότερο από τις κρατικοποιήσεις και έχει προαναγγείλει νομική προσφυγή. Θεωρείται σίγουρο ότι θα ακολουθήσουν και άλλες εταιρείες.
Από την πλευρά των οικονομολόγων έρχεται προειδοποίηση για πτώση των επενδύσεων που κάνουν εταιρείες ακινήτων στο Βερολίνο και για μείωση των νέων κατασκευών. Το Ινστιτούτο του Κιέλου για την Παγκόσμια Οικονομία εκτιμά ότι το σχέδιο κρατικοποιήσεων μπορεί να καταστήσει την αγορά ενοικίων ακόμη πιο δύσκαμπτη. Οι τράπεζες, από τη δική τους πλευρά, εκτιμούν ότι τα στεγαστικά δάνεια θα μπορούσαν να ακριβύνουν.
Σθεναρά απορριπτική είναι και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση του Μερτς. Από τον Ιούλιο κιόλας, τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού της Γερμανίας, η κεντροδεξιά Χριστιανή Ένωση (CDU/CSU) και οι κεντροαριστεροί Σοσιαλδημοκράτες (SPD), συμφώνησαν στη θέσπιση ομοσπονδιακού νόμου που θα εμποδίζει την εφαρμογή ανάλογου μέτρου σε κρατιδιακό επίπεδο, παρότι αυτό προβλέπεται στο Σύνταγμα της χώρας.
Στο SPD υπάρχει, έτσι, διγλωσσία.
Μακρύς δρόμος μέχρι την εφαρμογή
Ακόμη και αν αντιμετωπιστούν όλα τα προβλήματα που έχουν ανακύψει και ο τρικομματικός συνασπισμός στο Βερολίνο ευδοκιμήσει, η κρατικοποίηση κατοικιών που ανήκουν σήμερα σε ιδιωτικές εταιρείες εκμετάλλευσης ακινήτων δεν θα γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη.
Οι προκαταρκτικές συνομιλίες τοποθετούν την κατάθεση σχετικού νομοσχεδίου έως τα μέσα του 2028. Η ισχύς του δεν αναμένεται νωρίτερα από έναν χρόνο μετά την ψήφισή του. Στο μεσοδιάστημα θεωρείται βέβαιο ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο θα το εξετάσει, κατόπιν προσφυγών.
«Για την κοινωνική συνοχή, είναι ζωτικής σημασίας να ακολουθήσουμε μια πολιτική χωρίς αποκλεισμούς και να απομακρυνθούμε από την πόλωση και τον διχασμό», λέει η Ελίφ Εράλπ. «Σκεφτόμαστε τις διαφορετικές κοινότητες στην πόλη μας μαζί. Θέλουμε να συνδέσουμε τους ανθρώπους και θέλουμε να χτίσουμε γέφυρες».
Στις αντιδράσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, η συνοχή της οποίας εμφανίζεται εύθραυστη, ο Σοσιαλδημοκράτης Στέφεν Κραχ απάντησε δηκτικά. «Ο Μερτς θα πρέπει να θέσει υπό έλεγχο τη δική του κυβέρνηση και το κόμμα του», σχολίασε. «Αυτό θα ήταν πιο ωφέλιμο για τη χώρα».

































